Σε μία εποχή που η παράδοση συχνά φαντάζει απομακρυσμένη, η Μαρία Μάχου έρχεται να μας υπενθυμίσει τη ζωντανή της δύναμη. Με ένα αξιοσημείωτο υπόβαθρο που συνδυάζει τη θεατρική έκφραση και τη λυρική τέχνη, η κ. Μάχου επιχειρεί μια βαθιά κατάδυση στην ψυχή του ελληνικού δημοτικού τραγουδιού. Η επερχόμενη παράστασή της στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, με τίτλο «…κει που ριζώνουνε τα λόγια» (23 Νοεμβρίου), υπόσχεται ένα μουσικό ταξίδι στον 20ό αιώνα, εξερευνώντας πώς το λαϊκό αίσθημα μετασχηματίστηκε σε λόγια μουσική φόρμα.
Με αφορμή αυτό το φιλόδοξο εγχείρημα, συναντήσαμε τη Μαρία Μάχου για να μιλήσουμε για την έμπνευση, τη διαχρονικότητα της παράδοσης και τα σημεία τομής των διαφορετικών τεχνών.”
Η φράση ‘’το δημοτικό τραγούδι… αλλιώς’’, δεν είναι σχήμα λόγου. Εκφράζει την προσπάθεια επανεξέτασης του υλικού που προέρχεται από τη δημοτική παράδοση μέσα από πιο σύγχρονες παραμέτρους. Οι συνθέτες της Εθνικής Μουσικής Σχολής, με το έργο των οποίων καταπιανόμαστε στην παράστασή μας, σπουδαγμένοι στο εξωτερικό στην πλειοψηφία τους, επιχείρησαν να παντρέψουν τις δυτικές τους καταβολές με το εγχώριο – σε μεγάλο βαθμό προφορικό μέχρι τότε – παραδοσιακό υλικό. Η ελληνική μουσική, μετά από μια μεγάλη χρονική περίοδο στασιμότητας –η Τουρκοκρατία έπαιξε το ρόλο της σε αυτό— στην είσοδο του 20ού αι., άνοιξε το βλέμμα της προς τη Δύση και μπορούσε πια να συνομιλήσει με τις εξελίξεις. Στην προσπάθεια να διαμορφωθεί μια σύγχρονη μουσική ταυτότητα, ήταν κρίσιμο να μη χαθεί η σύνδεση με το παρελθόν, να υπάρξει συνέχεια: ενσωμάτωση των εξωτερικών επιρροών σε ήδη υπάρχον έδαφος. Και η γενιά του 1880 τα ίδια ζητούμενα είχε στον τομέα της λογοτεχνίας. Αυτή η ενσωμάτωση κατέστη δυνατή, τόσο από την επανεξέταση των ίδιων των δημοτικών τραγουδιών, όπως έκαναν ο Αντίοχος Ευαγγελάτος και ο Γιάννης Κωνσταντινίδης που διασκεύασαν αυτά τα ίδια, όσο και από τη μελοποίηση ποιημάτων σύγχρονών τους δημιουργών (Δροσίνης, Πολέμης, Παλαμάς, Μωραϊτίνης, Τσοκόπουλος κλπ), με θεματολογία και ύφος που προσομοίαζε εκείνο των δημοτικών τραγουδιών, όπως έκαναν ο Σπυρίδων Σαμάρας και ο Λεωνίδας Ζώρας. Πάνω σε αυτό το υβριδικό υλικό, που αποτελεί θα λέγαμε, τη λόγια μορφή των δημοτικών τραγουδιών, πάτησαν στη συνέχεια πιο μοντέρνοι δημιουργοί εξελίσσοντας το διάλογο, όπως ο Σκαλκώτας και ο Ξενάκης. Πάτησε επίσης και το έντεχνο τραγούδι. Η επανεξέταση της παράδοσης σα φιλοσοφία, μέχρι σήμερα δεν έχει πάψει να υπάρχει. Και ευτυχώς θα έλεγα. Θα αναφέρω σαν παράδειγμα τους Thrax Punks, τους οποίους εκτιμώ πολύ.
Σε κάθε εποχή, η παρούσα στιγμή, είναι η επιφάνεια μιας σειράς επιστρώσεων. Αυτό είναι μια πραγματικότητα που ισχύει για τη ζωή και για όλες τις τέχνες. Σε σχέση με τη μουσική για παράδειγμα, αν κάποιος επιχειρήσει να σκαλίσει για να βρει τι κρύβεται από κάτω, θα φτάσει στα τραγούδια που γέννησαν τα τραγούδια. Αυτό το ονομάζουμε παράδοση. Όσον αφορά το δημοτικό τραγούδι, είναι ένας από τους πιο ευέλικτους οργανισμούς της ελληνικής πολιτισμικής ζωής. Με την είσοδο του 20ου αιώνα, δεν εξαφανίζεται, αλλά μετασχηματίζεται. Από προφορική, κοινοτική πράξη που ήταν αρχικά, με την αστικοποίηση και την εμφάνιση των μέσων ηχογράφησης, φεύγει από το χωριό και περνά στο ραδιόφωνο, στο δίσκο και στη σκηνή. Τότε αρχίζει να αποκτά ‘’πρόσωπο’’ μέσα από τους πρώτους επώνυμους ερμηνευτές, που μετέφεραν το ήθος του παραδοσιακού τραγουδιού στο νέο αστικό περιβάλλον. Η Δόμνα Σαμίου με το έργο της για παράδειγμα, έκανε το καθοριστικό βήμα: έσωσε, τεκμηρίωσε και επανατοποθέτησε το δημοτικό τραγούδι στη συνείδηση του σύγχρονου κοινού, δείχνοντας πως η παράδοση δεν είναι φολκλόρ αλλά πολιτισμική μνήμη. Από τη δεκαετία του ’60 και εξής, το δημοτικό τραγούδι άρχισε να λειτουργεί και ως πηγή αναστοχασμού της εθνικής ταυτότητας, διασταυρούμενο με άλλα είδη. Οι συνθέτες της έντεχνης γενιάς (Χατζιδάκις, Θεοδωράκης, Λεοντής, Ξαρχάκος κλπ) δεν το αναπαρήγαγαν, αλλά μετέφεραν το πνεύμα του μέσα σε νέα ποιητικά και μουσικά συμφραζόμενα. Την ίδια στιγμή, ερευνητές και εθνομουσικολόγοι άρχισαν να το αντιμετωπίζουν ως ζωντανό πεδίο πολιτισμικής μνήμης. Το βρίσκουμε να επανεμφανίζεται διαρκώς σε εντελώς νέα πλαίσια: σε φωνητικά σύνολα, όπως οι “Χαΐνηδες” για παράδειγμα, σε πειραματικές και world μουσικές σκηνές, όπως η Σαβίνα Γιαννάτου, σε νέες διασκευές με ηλεκτρονικά ή συμφωνικά στοιχεία, αλλά και σε ακαδημαϊκές και ερευνητικές παραγωγές, όπου η παράδοση αντιμετωπίζεται ως αισθητικό και ανθρωπολογικό πεδίο ταυτόχρονα. Το πιο ενδιαφέρον όμως στο σημερινό μετασχηματισμό, θα έλεγα ότι είναι το γεγονός ότι το δημοτικό τραγούδι αποδεσμεύεται από τον περιορισμό της γεωγραφίας. Οι νέοι καλλιτέχνες δεν προσπαθούν να μιμηθούν την παράδοση, αλλά να κάνουν διάλογο μαζί της. Έτσι, η φωνή της παράδοσης επιστρέφει μέσα από νέους ήχους, μέσα από τη φωνή της πόλης, και γίνεται εργαλείο για να σκεφτούμε εκ νέου ποιοι είμαστε. Θα έλεγα λοιπόν πως σήμερα το δημοτικό τραγούδι δεν επιβιώνει απλώς. Ζει εκεί όπου υπάρχει ακόμη ανάγκη για κοινή μνήμη, για ρίζα, για αλήθεια. Και ίσως γι’ αυτό εξακολουθεί να μας αφορά ακόμη: γιατί μας θυμίζει από πού ερχόμαστε.
Στην παράστασή μας θα ακουστούν νανουρίσματα, μοιρολόγια, τραγούδια της ξενιτιάς, του γάμου, τραγούδια για ανεκπλήρωτες αγάπες, προδομένες αγάπες, μυστικές αγάπες, λιανοτράγουδα, τραγούδια για την αγροτική ζωή, παραδοσιακοί χοροί, όλα σε λόγιες διασκευές. Θα συνδέονται θεματολογικά με αποσπάσματα παραδοσιακών παραμυθιών, θρύλων και δημοτικών ποιημάτων που θα τα συνοδεύουν. ‘’Μωρή κοντούλα λεμονιά’’ σε μουσική Γ. Κωνσταντινίδη και στίχο δημοτικό, ‘’Ύπνε που παίρνεις τα μικρά’’ σε μουσική Α. Ευαγγελάτου και στίχο δημοτικό, ‘’Η φλογέρα’’ σε μουσική και στίχους Λ. Ζώρα, ‘’Της κοπέλας το νερό’’ σε μουσική Σ. Σαμάρα και στίχους Γ. Δροσίνη, αλλά και σολιστικά κομμάτια όπως ‘’Το ξύπνημα του κλέφτη΄΄ του Ι. Λιμπεράλη και οι νησιώτικοι χοροί του Γ. Κωνσταντινίδη, είναι μόνο μερικοί από τους τίτλους.
Θεωρώ ότι η παράδοση είναι σημαντικό να συνεχίζεται, όχι να τηρείται. Θα έλεγα ότι έχει περισσότερο ενδιαφέρον η ζωντανή συνομιλία με το παρελθόν παρά η αναπαραγωγή μιας κατάστασης όπως ήταν. Στη συναυλία μας ο παραδοσιακός απόηχος είναι παρών, δημιουργικά μεταμορφωμένος. Έχουν φροντίσει οι συνθέτες γι΄αυτό, η αισθητική τους είναι σύγχρονη.
Το σημαντικό για μένα είναι να διατηρείται το ήθος του δημοτικού τραγουδιού, η αλήθεια και η σεμνότητά του. Αν αυτό παραμένει, τότε η παράδοση δεν απειλείται, αντιθέτως ανανεώνεται. Θεωρώ πως η αφοσίωση στην παράδοση δεν σημαίνει προσκόλληση στη μορφή, αλλά πίστη στο πνεύμα της. Και όσο αυτό το πνεύμα παραμένει ζωντανό, η παράδοση μπορεί να μιλά και στο σήμερα με την ίδια δύναμη.
Θα τολμούσα να πω ότι αντιδρά με έκπληξη και ενδιαφέρον, γιατί ακούει κάτι οικείο μεν, αλλά παρουσιασμένο με έναν τρόπο που δεν περίμενε. Ό λόγος είναι ότι η λόγια μορφή των δημοτικών τραγουδιών δεν είναι γνωστή στο ευρύ κοινό. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το ρεπερτόριο αυτό απευθύνεται σε κάποια ελίτ ή ότι απαιτεί εξειδικευμένες γνώσεις. Κάθε άλλο. Απλώς δεν ακούγεται συχνά. Κι εγώ σα μαθήτρια του ωδείου το ανακάλυψα, πιο πριν δε φανταζόμουν ότι υπήρχε ένας τέτοιος κόσμος ήχων, όπου το δημοτικό τραγούδι μπορούσε να σταθεί πλάι σε μια άρια ή ένα lied. Οι ακροατές αυτής της μουσικής συχνά μου λένε ότι αισθάνθηκαν να ακούνε για πρώτη φορά κάτι που θεωρούσαν δεδομένο. Αυτή νομίζω είναι η πιο ουσιαστική ανταπόκριση: τα τραγούδια αυτά ξυπνούν μια μνήμη και ταυτόχρονα δημιουργούν μια νέα εμπειρία.
Μου αρέσει πολύ να τραγουδάω στη γλώσσα μου. Αν και οι μουσικές σπουδές μου είναι κλασικές, προτιμώ το ελληνικό υλικό από το ξενόγλωσσο. Υπάρχει μεγάλος μουσικός πλούτος από έλληνες δημιουργούς που για διάφορους λόγους δε φτάνει εύκολα στο κοινό. Αυτό όμως μπορεί να αλλάξει.
O πατέρας μου είχε μια μεγάλη συλλογή δίσκων δημοτικής μουσικής, γιατί αγαπούσε πολύ αυτό το είδος. Έτσι είχα την ευκαιρία από την παιδική μου ηλικία να έρθω σε επαφή με τέτοια ακούσματα, πολλά από τα οποία μου προκαλούσαν μεγάλη εντύπωση, αν και δε μπορούσα ακόμη να αντιληφθώ το βαθμό δυσκολίας τους και να τα αξιολογήσω. Μεταξύ των φίλων μου βέβαια στο σχολείο, που τις κουβέντες μας μονοπωλούσαν οι Duran Duran, η Madonna και ο Boy George, δεν ήταν εύκολο να μοιραστώ τη συγκίνηση που μου προκαλούσαν τραγούδια όπως ‘’Το Μάρκο παν΄στην εκκλησιά’’, πίστευα ότι δε θα καταλάβαιναν. Συγκέντρωνα σιωπηλά τα ερεθίσματα αυτά στις αποθήκες των εμπειριών μου. Μεταξύ των τραγουδιστών που έχω ακούσει κατά καιρούς, θα ξεχώριζα τον Αλέκο Κιτσάκη και από γυναίκες σίγουρα την Τασία Βέρρα. Αγαπώ πολύ τα ηπειρώτικα τραγούδια και τα κλέφτικα. Με εντυπωσίαζε επίσης πόσο ταπεινά και αβίαστα τραγουδούσε ο Χρόνης Αηδονίδης, μου προκαλούσε ηρεμία όταν τον άκουγα. Και η δωρική Δόμνα Σαμίου με τη μεταλλική της χροιά. Το να πετύχει κανείς την απλότητα στην ερμηνεία είναι το πιο δύσκολο πράγμα, χρειάζεται βαθιά κατανόηση του υλικού. Και οι τέσσερις τραγουδιστές που ανέφερα είχαν αυτόν τον κοινό τόπο, την οικονομία στην έκφραση, ο καθένας το προσέγγιζε διαφορετικά, με το δικό του τρόπο.
Αυτή είναι μια πολύ ωραία ερώτηση. Νομίζω ότι μπορούμε να το πούμε, ναι, αλλά με μια σημαντική διευκρίνιση. Οι ντόπιοι καλλιτέχνες, δηλαδή οι φορείς της παράδοσης στον τόπο τους (τραγουδιστές, οργανοπαίχτες, γυναίκες που τραγουδούσαν σε μοιρολόγια κλπ), είναι οι πρωτογενείς εκφραστές του δημοτικού τραγουδιού, όχι γιατί “τραγουδούν καλύτερα”, αλλά γιατί το τραγουδούν μέσα στο φυσικό του συμφραζόμενο. Η λειτουργικότητα είναι σημαντική παράμετρος, το δημοτικό τραγούδι δεν ήταν “ρεπερτόριο”, ήταν πράξη ζωής, λεγόταν στον γάμο, στο πανηγύρι, στο χωράφι, στον αποχωρισμό. Ο ντόπιος τραγουδιστής δεν το ερμήνευε αισθητικά, το ενεργοποιούσε μέσα στην κοινότητα. Αυτή η λειτουργικότητα είναι που δίνει στον ντόπιο φορέα προτεραιότητα. Η ιδιόλεκτος επίσης είναι πολύ σημαντική. Κάθε περιοχή έχει τον δικό της τοπικό ιδίωμα, άλλος τρόπος φωνητικής εκφοράς στο Ζαγόρι, άλλος στη Νάξο, άλλος στο Μοριά. Αυτά τα μικροϋφολογικά στοιχεία τα κατέχει ο ντόπιος καλλιτέχνης αυτονόητα, γιατί είναι η γλώσσα του. Τέλος, η αυθεντικότητα της ερμηνείας έχει να κάνει με τον τρόπο μεταβίβασης της προφορικής γνώσης.
Στην προφορική παράδοση ο δάσκαλος δεν είναι το ωδείο, είναι ο προηγούμενος που τραγούδησε. Οι ντόπιοι καλλιτέχνες, ιδίως οι γυναίκες σε οικιακά περιβάλλοντα, είναι αυτοί που μεταφέρουν το ρεπερτόριο, αλλά και το ύφος. Γι’ αυτό και η Δόμνα Σαμίου, όταν μιλούσε για “αυθεντικές” εκτελέσεις, αναφερόταν πρώτα σε αυτούς. Όμως, για να είμαστε δίκαιοι, το ότι οι ντόπιοι είναι οι κατεξοχήν φορείς, δεν σημαίνει ότι μόνο αυτοί μπορούν να εκφράσουν το δημοτικό τραγούδι. Στην εποχή μας, χάρη στις σχολές παραδοσιακής μουσικής, έχουμε και σύγχρονους ερμηνευτές που δεν κατάγονται από τον τόπο κάθε τραγουδιού αλλά αντιμετωπίζουν το υλικό με πολύ σεβασμό.
Ο Γιάννης Τσαρούχης έχει πει ότι οι καλλιτέχνες της δημοτικής ποίησης άγγιξαν, έστω στο περιορισμένο περιβάλλον της επαρχίας ή του χωριού, αλήθειες ανθρώπινες και είχαν το θάρρος να τις πουν ‘’…στους χωρικούς, οι οποίοι, κρυμμένοι πίσω απ’ την εκκλησία, κρυμμένοι πίσω από τα κουστούμια τους τα βαριά και τα φλουριά τους’’ αρνούνταν να ομολογήσουν, αφού ο λαϊκός ποιητής ‘’όντας ειλικρινής, αποκαλύπτει στους άλλους το ένστικτό τους’’. Η βάση είναι πάντα η αλήθεια. Όταν ο Θεοδωράκης παρομοιάζει το δημοτικό τραγούδι με ‘’τους ήχους της φύσης’ και ‘’την ανάσα της Ελλάδας’’, δε μιλά για αισθητική. Μιλά για τον ρυθμό του κόσμου όπως τον βιώνει ο απλός άνθρωπος του τόπου, μιλά για αναγκαιότητα. Όταν το χαρακτηρίζει ‘’το νανούρισμα της μάνας’’, στην πραγματικότητα τοποθετεί το δημοτικό τραγούδι στο επίπεδο του πρωτογενούς πολιτισμικού κώδικα. Δεν το βλέπει ως ένα ιστορικό είδος ανάμεσα σε άλλα, αλλά ως το «μητρικό ιδίωμα» της ελληνικής μουσικής εμπειρίας.
Θα συμφωνήσω και θα υπερθεματίσω με ένα παράδειγμα. Στην παράστασή μας, περιλαμβάνεται το γνωστό τραγούδι ‘’Σου ‘πα μάνα πάντρεψέ με’’, σε διασκευή από το Γιάννη Κωνσταντινίδη. Ανήκει στην κατηγορία των τραγουδιών γάμου, η καταγωγή του είναι από την Πελοπόννησο και συνδέεται με τον τσακώνικο χορό. Εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα τραγούδι-μετανάστη της ελληνικής προφορικής παράδοσης, που απαντάται σε περισσότερες από μία γεωγραφικές και μουσικές εκδοχές. Ο ίδιος στίχος απαντάται σε τραγούδια και του Αιγαίου και της Μικράς Ασίας, με διαφορετική μουσική δομή. Αυτό σημαίνει πως το τραγούδι δεν έχει μία αποκλειστική γενέτειρα, αλλά μάλλον κοινό ποιητικό πυρήνα που διαδόθηκε και προσαρμόστηκε μουσικά στις τοπικές φόρμες. Τα δημοτικά τραγούδια πολύ συχνά δεν έχουν μια μόνη μουσική ταυτότητα, μια παγιωμένη φόρμα, ακριβώς επειδή οι μουσικές δεν καταγράφονταν, πράγμα που τους δίνει μια ευελιξία. Λόγω της προφορικότητας, είναι πρόσφορα για διαφορετικές προσεγγίσεις και διασκευές από τόπο σε τόπο κι από εποχή σε εποχή. Δεν είναι τσιμεντωμένα. Πάνω σε αυτό το χαρακτηριστικό τους, πάτησαν οι συνθέτες της Εθνικής Μουσικής Σχολής τον 20ό αιώνα και πρότειναν τη δική τους, λόγια εκδοχή, την οποία παρουσιάζουμε στην παράστασή μας. Με μια ευρύτερη έννοια, δεν πρόκειται για κάποιου είδους στρέβλωση ή ιεροσυλία, αφού όλες οι προσεγγίσεις –και όσες προηγήθηκαν της λόγιας εννοώ- εκδοχές είναι κι αυτές, πάντα για εκδοχές μιλάμε. Πράγματι τον 20ό αι. που οι διάφοροι ερευνητές άρχισαν να καταγράφουν τις τοπικές παραλλαγές, μπόρεσαν να γίνουν συγκρίσεις και συσχετισμοί και να βγουν συμπεράσματα.
Η Δόμνα Σαμίου μιλά για δύο εντελώς διαφορετικές λογικές παραγωγής τραγουδιού: την κοινοτική και τη βιομηχανική. Στην προφορική παράδοση το τραγούδι επιτελεί μια λειτουργία. Συνήθως συνοδεύει πράξεις της ζωής: γάμο, αποχωρισμό, ξενιτιά, μοιρολόι, γιορτή. Άρα καταρχάς τραγουδάμε γιατί κάτι μας συμβαίνει. Το τραγούδι είναι έκφραση κοινής εμπειρίας και κοινωνικής συνοχής. Δεν υπάρχει ‘’καλλιτέχνης’’ και ‘’κοινό’’ με τη σημερινή έννοια — όλοι είναι συμμέτοχοι. Υποθέτω ότι αυτό εννοεί η Σαμίου όταν λέει ‘’για να εκφραζόμαστε’’. Το “σουξέ” από την άλλη, προϋποθέτει αγορά, όχι κοινότητα. Από τη στιγμή που το τραγούδι παράγεται για διάδοση μέσω μέσων (δίσκοι, ραδιόφωνο, πλατφόρμες), ο στόχος πολύ εύκολα μετατοπίζεται: δεν τραγουδώ για να πω κάτι που με καίει, αλλά για να ακουστεί, να πουλήσει, να κυκλοφορήσει. Η Σαμίου αντιτάσσει σε αυτό το μοντέλο το ήθος της ανώνυμης δημιουργίας: το δημοτικό δεν γράφτηκε για να γίνει γνωστό, έγινε γνωστό επειδή ήταν αληθινό. Η σειρά αντιστρέφεται. Η αυθεντικότητα στο δημοτικό είναι θεμέλιο, όχι διακόσμηση. Η Δόμνα Σαμίου επέμενε ότι η αξία ενός τραγουδιού έγκειται στο αν αντανακλά μια υπαρκτή εμπειρία του λαού. Αυτό είναι καθαρά εθνομουσικολογικό κριτήριο: λειτουργικότητα + συλλογική αποδοχή = βιωμένη τέχνη. Όταν το τραγούδι γράφεται αποκλειστικά με όρους ανταγωνισμού/επιτυχίας, κόβεται ο δεσμός με αυτή τη βιωμένη διάσταση.
Στην επαρχία, γιατί σχεδιάζουμε να παρουσιάσουμε την παράστασή μας σε διάφορες πόλεις. Για την ώρα μας απασχολεί πολύ αυτή η προετοιμασία, που για εμάς δεν είναι απλώς ένα επόμενο καλλιτεχνικό βήμα, αλλά μια πραγματική επιθυμία επικοινωνίας. Θα θέλαμε να συστήσουμε αυτό το ρεπερτόριο –ή να το ξαναθυμήσουμε σε όσους το γνωρίζουν ήδη- ακόμη και στις πιο απομακρυσμένες γωνιές της χώρας, εκεί όπου η σύνδεση με την παράδοση είναι ακόμα ζωντανή και βαθιά. Ο σκοπός μας δεν είναι διδακτικός, είναι επικοινωνιακός, πιστεύουμε πολύ στη δύναμή αυτού του ρεπερτορίου, στην αμεσότητά του και θα θέλαμε να αναζωπυρώσουμε μια κοινή συγκίνηση. Αν το καταφέρουμε θα έχουμε πετύχει το στόχο μας.
https://www.timesnews.gr/maria-machoy-to-tragoydi-einai-ekfrasi-koinis-empeirias-kai-koinonikis-synochis/?fbclid=IwY2xjawOFkD1leHRuA2FlbQIxMQBzcnRjBmFwcF9pZBAyMjIwMzkxNzg4MjAwODkyCGNhbGxzaXRlAjMwAAEeDq7QXnoAtOvbdRiteZSnmDbYf6Sa0Qk6_ctdwjcGC4P9ywYiOUKfX189Qdw_aem_rnzBs7_eBe7cAAa5Bh2KDw )