Μια φορά κι έναν καιρό, σε μια μικρή πλαγιά γεμάτη θυμάρι και φασκόμηλο, ζούσε μια κατσικούλα ονόματι Κατερίνα. Ήταν καλή, ήταν ζωηρή, αλλά είχε κι ένα… σαράκι: ζήλευε.
Κάθε απόγευμα, όταν ο βοσκός έβαζε την τηλεόραση στη στάνη, η Κατερίνα τέντωνε τ’ αυτιά της και χάζευε τις διαφημίσεις. Έβλεπε κυρίες με γούνες, χρυσαφικά, γυαλιστερά αυτοκίνητα — και τα μάτια της γυάλιζαν πιο πολύ κι από τα μπριγιάν.
«Αχ, να ’μουν κι εγώ πλούσια!» έλεγε. «Να φορούσα κοσμήματα, να οδηγούσα μια κόκκινη φερράρι, να με ζηλεύουν όλες οι κατσίκες του χωριού!»
Οι φίλες της οι κατσικούλες γελούσαν.
«Μα, Κατερίνα μου, τι να την κάνεις τη φερράρι; Τα πόδια σου είναι φτιαγμένα για να σκαρφαλώνεις στις πέτρες!»
Αλλά τίποτα δεν την έπειθε.
Μια μέρα λοιπόν, αποφάσισε να κάνει το μεγάλο της όνειρο πραγματικότητα. Πούλησε τα τυριά της, τα γάλατά της, μέχρι και κάτι παλιά κουδούνια που είχε κληρονομήσει από τη μαμά-κατσίκα. Κι όταν μάζεψε αρκετά, πήγε στην πόλη.
Και τι να δει! Μια ολοκαίνουργια κόκκινη φερράρι, που έλαμπε σαν καλοκαιρινός ήλιος.
«Αυτή!» φώναξε. «Αυτή είναι για μένα!»
Την αγόρασε, ανέβηκε μέσα, έδεσε τη ζώνη της, πάτησε το γκάζι… και ξεκίνησε χοροπηδώντας, γιατί τα πόδια της δύσκολα έφταναν στα πετάλια.
Με τα πολλά και με τα λίγα, κατάφερε και έφτασε στο χωριό. Οι κατσίκες και οι τράγοι έμειναν με ανοιχτό το στόμα.
«Κοιτάξτε! Η Κατερίνα με φερράρι!» φώναζαν.
Η Κατερίνα ένιωθε να ψηλώνει δύο μέτρα. Να, σχεδόν έφτανε τη στέγη της καλύβας με τα κέρατά της. Επιτέλους έγινε αυτό που πάντα ήθελε: σπουδαία.
Είχε βαφτεί κιόλας. Ένα μάτι πράσινο, ένα μπλε.
Το κραγιόν της είχε απλωθεί γύρω-γύρω σαν να τη φίλησε τυφλό χταπόδι.
Όμως, όταν πήγε να παρκάρει κορδωμένη δίπλα στη στάνη δεν είδε μια μεγάλη λακκούβα με λάσπες κι έπεσε μέσα. Η φερράρι βούλιαξε, η λάσπη έφτασε ως τους προβολείς και η Κατερίνα, καθώς προσπαθούσε να κατέβει, γλίστρησε και έγινε χάλια από πάνω μέχρι κάτω.
Τα κατσικάκια γέλασαν – όχι κοροϊδευτικά, αλλά με την αθωότητα των μικρών όσο η Κατερίνα, προσπαθούσε να βγει.
«Άχου, μπλέξμο! Τι ’νι τούτ’ δω!» φώναζε με τη χωριάτικη προφορά της.
Οι άλλες κατσικούλες άρχισαν να μαζεύονται γύρω της. Ήταν καθαρές, χτενισμένες και κρατούσαν τα βιβλία τους γυρνώντας από το σχολείο, το κατσικο-δημοτικό.
«Καλημέρα, Κατερίνα!» της είπε η Λενιώ, η πιο καλή κατσικο-μαθήτρια του χωριού. «Τι έπαθες;»
«Ε, τσου, γλίστρηξα στ΄λακκούβα, ωρέ, πρρρρ!» απάντησε η Κατερίνα, κουνώντας τα διαμαντένια σκουλαρίκια που κρεμόντουσαν ως τους ώμους της. Τα διαμάντια ήταν τόσο μεγάλα, που όλοι αναρωτήθηκαν αν ήταν αληθινά ή από τη λαϊκή.
Οι κατσικούλες προσπάθησαν να την τραβήξουν, αλλά κάθε φορά που την ακουμπούσαν γέμιζαν τρίχες από τη γούνα, πούλιες και λάσπη.
«Κατερίνα, γιατί φοράς γούνα μες στο κατακαλόκαιρο;» ρώτησε η μικρή Ασημίτσα.
«Έτσ’ ίνι η μόδα. Άμα θες να ‘σαι σινιμένη, πρέπ’ να υποφέρ’ς!» είπε η Κατερίνα και τίναξε το κεφάλι της σαν σταρ.
Κι όσο μιλούσε, τόσο οι άλλες κατσικούλες δάγκωναν τα χείλη τους για να μην ξεσπάσουν σε γέλια.
Η σοβαρή δασκάλα-γίδα, πλησίασε.
«Κατερίνα, γιατί δεν έρχεσαι κι εσύ στο σχολείο; Θα μάθεις γράμματα, θα μάθεις να μιλάς όμορφα.»
Και τότε η Κατερίνα, με τη μουσούδα της γεμάτη λάσπη, φώναξε:
«Τι να τα κάνω, μωρή δάσκαλα, τα γράμτα; Η φερράρι μ’ κάνει κυρία!»
Μόλις το είπε, η φερράρι από πίσω γκλουπ-γκλουπ βούλιαξε κι άλλο. Μια λάσπη τινάχτηκε ψηλά και έλουσε τη δασκάλα απ΄τα κέρατα ως την ουρά.
Το χωριό τραντάχτηκε από τα γέλια.
Τα κατσικάκια κυλιόντουσαν κάτω.
Οι τράγοι χτυπούσαν τα κέρατά τους στο χώμα.
Ένας κόκορας έπεσε λιπόθυμος.
Τέτοιος τσίρκος δεν είχε ξαναπαρελάσει στο χωριό.
Και η Κατερίνα;
Αντί να ντραπεί, τίναξε τη λάσπη από το μάγουλο, πήρε ύφος ξιπασμένο και είπε:
«Ε, κι τι έγινε; Άμα έχεις στυλ, λάμπ’ς κι μες στη λάσπ’!»
Όταν πια απόκαμαν να γελάνε και γύρισαν να φύγουν, η Κατερίνα, χωμένη ως το στήθος στη λάσπη, βάλθηκε να φωνάζει:
«Ρε σεις! Άχου μ’! Βοηθήτ’ με ρε σεις! Τι μ’ γκαστρώθ’κε του λάκκου! Βοηθήστε μ’! Τςιου, μ’ άφησες μόνη; Εγώ έχω φερράρι, ρε!»
Το είπε με τόση αυτοπεποίθηση που θα τη ζήλευε και υπουργός.
«Γιατί γελάτε, ρε; Έτ’ ίνι η μόδα στα μεγάλα τα κέντρα! Θα με δείτε στην τλεούραση!»
Το χωριό μίλαγε για μήνες για εκείνη τη μέρα.
Και η Κατερίνα;
Πεισματάρα όπως πάντα.
Συνέχισε να φοράει γούνα στις ζέστες, σκουλαρίκια στο άρμεγμα και να λέει:
«Άμα θέλ’ ο κόσμος να με ζηλεύ’… ας ζηλεύ’!»
Και συνέχισε να ζει ευτυχισμένη —
μέσα στις λάσπες,
με τα λούσα της,
και να περνάει καλά και προσεχώς ακόμη καλύτερα.
(Φωτογραφίες: © Μ. Μ. με χρήση Α.Ι.)